Προκλήσεις και Προβλήματα των Εκπαιδευτικών Συστημάτων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης" του Κοινωνιολόγου Βενέτη Στ.Η “παγκοσμιοποίηση της αγοράς” με την μετακίνηση κεφαλαίων (πολυεθνικές), που απαιτεί ανειδίκευτα εργατικά χέρια που υπάρχουν σε χώρες με πληθυσμούς σε εξαθλίωση και διαθέτουν πρώτες ύλες, έχει αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας του ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το φαινόμενο αυτό εκτός από τη μείωση της ζήτησης καταναλωτικών προϊόντων, που μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες οικονομικού “κραχ” (USA 1929), θα έχει συνέπεια την αύξηση των κοινωνικών (ταξικών) συγκρούσεων με απρόβλεπτες επιπτώσεις στην συνοχή και διατήρηση του υπάρχοντος κοινωνικο-πολιτικού συστήματος. Με δεδομένο όμως ότι οι ανθρώπινες ανάγκες είναι απεριόριστες, οι εργαζόμενοι είναι δυνατόν να επανεκπαιδευτούν σε τομείς που οι οικονομίες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμφανίζουν “συγκριτικό πλεονέκτημα”, π.χ σε τομείς υψηλής τεχνολογίας και σε υπηρεσίες (έρευνα, εκπαίδευση, marketing, management-όχι τουρισμό-).
Η προηγούμενη λύση προσκρούει στο ότι (στην Ελλάδα) οι εργαζόμενοι στερούνται υψηλή γενική παιδεία, ιδιαίτερα στον τομέα των ανθρωπιστικών επιστημών (κοινωνικές επιστήμες), που θα τους επέτρεπε την ταχύτατη μετεκπαίδευση (δια βίου εκπαίδευση) με σχετικά χαμηλό κόστος. Η αναδιοργάνωση των εκπαιδευτικών συστημάτων πρέπει να γίνει στην βάση όχι της μετάδοσης συγκεκριμένων γνώσεων που πιθανών σε λίγα χρόνια θα θεωρούνται απαξιωμένες, αλλά στο πώς οι μαθητές θα μπορούν να μαθαίνουν και να αφομοιώνουν νέες γνώσεις και δεξιότητες, ώστε να προσαρμόζονται σε νέες εργασίες. Η λύση αυτή έχει μακροπρόθεσμη εφαρμογή, επειδή η υλικοτεχνική υποδομή και οι στάσεις των λειτουργιών της εκπαίδευσης δεν αλλάζουν βραχυχρονίως.
Η ελεύθερη μετακίνηση του εργατικού δυναμικού στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει αποτέλεσμα την μείωση του κόστους παραγωγής και τον ορθολογικότερο καταμερισμό του εργατικού κόστους. Όμως, αυτό προσκρούει στην διαφορετική κουλτούρα των μελών της Ε.Ε. Η διαφορετικότητα της ελληνικής κουλτούρας από αυτή των άλλων χωρών-μελών καθώς και τα διαπολιτιστικά προβλήματα είναι εντονότερα. Η προτεινόμενη λύση στο πρόβλημα αυτό είναι η συντονισμένη εισαγωγή σε όλες τις χώρες την Ε.Ε μαθημάτων κοινωνικών επιστημών στα μαθήματα γενικής παιδείας. Αυτό θα δώσει τη δυνατότητα στους μαθητές να κατανοήσουν τις διαπολιτισμικές σχέσεις και την ιδιαιτερότητά τους, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία προκαταλήψεων. Επίσης, η διδασκαλία των γλωσσών όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα έχει αποτέλεσμα την καλύτερη επικοινωνία μεταξύ των πολιτών, καθώς η γλώσσα εκτός από κώδικας επικοινωνίας είναι και στοιχείο κουλτούρας. Στην χώρα μας, η λύση προσκρούει στο εκπαιδευτικό δυναμικό της. Τα 2/3 είναι φιλόλογοι και τα 4/5 μαθηματικοί και φιλόλογοι. Με δεδομένη την χρονική στενότητα, η εισαγωγή νέων μαθημάτων σημαίνει την έξοδο κάποιων άλλων. Αυτό σε βραχυπρόθεσμη περίοδο θα συναντήσει την αντίδραση των υπαρχόντων εκπαιδευτικών και η εισαγωγή νέων ειδικοτήτων σε μεγάλη έκταση θα αυξήσει το κόστος της εκπαίδευσης σε απαγορευτικά επίπεδα. Η εφαρμογή του θεσμού της “συμβουλευτικής” στις σχολικές μονάδες σε όλες τις βαθμίδες και σε όλες τις κατευθύνσεις (γονείς-δάσκαλοι-μαθητές-κοινότητα), μπορεί να απαλύνει την ένταση του προβλήματος στη βραχυχρόνια περίοδο και να μεταβούμε ομαλότερα στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση.
Συνοψίζοντας, θεωρούμε ότι οι προκλήσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα εκπαιδευτικά συστήματα όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να χωριστούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες : α)στην προσαρμογή στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης της αγοράς (βασικός παράγων κατά την άποψη μου), στην οποία συντελεί και η ενοποίηση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης β)η ενοποίηση των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όχι μόνο στον τομέα της διαχείρισης πρώτων υλών και της διακίνησης εμπορευμάτων ) στην μετακίνηση εργαζομένων απαιτεί ένα ελάχιστο κοινό πρόγραμμα εκπαίδευσης από τα εθνικά προγράμματα που το απαρτίζουν.
Τίθενται δύο προβλήματα : 1. Της αναδιοργάνωσης της εκπαίδευσης στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης της αγοράς και 2. Πώς ταυτόχρονα με την αναδιοργάνωση θα υπάρξει συντονισμός και σύγκλιση εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων (με έμφαση στην διαπολιτισμική εκπαίδευση σε βάρος της λεγόμενης “εθνικής εκπαίδευσης”), χωρίς την κατάρρευση της συνεκτικής ιδεολογίας των εθνικών κρατών, πράγμα που εμπεριέχει αντίφαση που είναι και η πηγή του προβλήματος.
Γράφει ο Κοινωνιολόγος Βενέτης Σταμάτης |